
«Καλιαρντά»: Ένα βιβλίο και μία πολιτική δίκη
Τα καλιαρντά είναι μια ιδιωματική διάλεκτος των ομοφυλοφίλων. Πρωτοεμφανίστηκαν στη δεκαετία του 1940 και δημιουργήθηκαν απο την ανάγκη των ομοφυλόφιλων για έναν κώδικα επικοινωνίας μεταξύ τους, χωρίς να τους αντιλαμβάνεται το εχθρικό περιβάλλον που τότε επικρατούσε. Τα καλιαρντά αναπτύχθηκαν με τα χρόνια, απέκτησαν ελληνικές καταλήξεις και επηρεάστηκαν από την τουρκική, γαλλική και ιταλική γλώσσα.
Τα καλιαρντά διακρίνονται σε δύο επίπεδα: στα απλά καλιαρντά, που μιλάνε λίγο-πολύ όλοι οι ομοφυλόφιλοι, και στα ντούρα καλιαρντά που έχουν πολλά στοιχεία της καθαρεύουσας.
Στις μέρες μας τα καλιαρντά δεν θεωρούνται κρυφή γλώσσα, μιάς και με την πάροδο των χρόνων ο λαός έμαθε αυτή τη διάλεκτο μέσα απο το θέατρο και την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πλήρως και επισήμως καταγεγραμμένη σε ελληνικά λεξικά από ινστιτούτα μελέτης και καταγραφής της γλώσσας, πράγμα που παραπέμπει τη διάλεκτο αυτή ως "διάλεκτο του δρόμου".
Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα καλιαρντά. Στο ερμηνευτικό-ετυμολογικό λεξικό του, «Καλιαρντά», (πρώτη έκδοση 1971, ανατύπωση 1993 από τις εκδόσεις Νεφέλη) κατέγραψε πάνω από 3.000 λέξεις.
Τη μέρα που κυκλοφόρησε το βιβλίο, είχε αποφασιστεί και η δίωξη του συγγραφέα. Η δίκη έγινε δυο μήνες μετά, στις 8 Μαΐου. Οι κατηγορίες ήταν: περιύβρισις δημοσίας αρχής και του βασιλικού εμβλήματος, κακόβουλος περιύβρισις της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και κυκλοφορία ασέμνων. Μάρτυρες κατηγορίας... τρεις, ένας αστυνομικός και δυο καθηγητές. Μάρτυρες υπεράσπισης μία ολόκληρη στρατιά διανοουμένων και καλλιτεχνών, από τον κριτικό Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ωστόσο, ο πρόεδρος επέβαλε εφέσιμη ποινή και για να απαλλάξει τη χούντα από το όνειδος μίας καταφανώς πολιτικής δίκης, καταδίκασε τον Πετρόπουλο μόνο ως... πορνογράφο. Αποφυλακίστηκε, λόγω ανήκεστου βλάβης, μερικούς μήνες αργότερα.
Τα καλιαρντά διακρίνονται σε δύο επίπεδα: στα απλά καλιαρντά, που μιλάνε λίγο-πολύ όλοι οι ομοφυλόφιλοι, και στα ντούρα καλιαρντά που έχουν πολλά στοιχεία της καθαρεύουσας.
Στις μέρες μας τα καλιαρντά δεν θεωρούνται κρυφή γλώσσα, μιάς και με την πάροδο των χρόνων ο λαός έμαθε αυτή τη διάλεκτο μέσα απο το θέατρο και την τηλεόραση. Δεν υπάρχει πλήρως και επισήμως καταγεγραμμένη σε ελληνικά λεξικά από ινστιτούτα μελέτης και καταγραφής της γλώσσας, πράγμα που παραπέμπει τη διάλεκτο αυτή ως "διάλεκτο του δρόμου".
Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τα καλιαρντά. Στο ερμηνευτικό-ετυμολογικό λεξικό του, «Καλιαρντά», (πρώτη έκδοση 1971, ανατύπωση 1993 από τις εκδόσεις Νεφέλη) κατέγραψε πάνω από 3.000 λέξεις.
Τη μέρα που κυκλοφόρησε το βιβλίο, είχε αποφασιστεί και η δίωξη του συγγραφέα. Η δίκη έγινε δυο μήνες μετά, στις 8 Μαΐου. Οι κατηγορίες ήταν: περιύβρισις δημοσίας αρχής και του βασιλικού εμβλήματος, κακόβουλος περιύβρισις της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και κυκλοφορία ασέμνων. Μάρτυρες κατηγορίας... τρεις, ένας αστυνομικός και δυο καθηγητές. Μάρτυρες υπεράσπισης μία ολόκληρη στρατιά διανοουμένων και καλλιτεχνών, από τον κριτικό Γιάννη Μπακογιαννόπουλο μέχρι το συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Ωστόσο, ο πρόεδρος επέβαλε εφέσιμη ποινή και για να απαλλάξει τη χούντα από το όνειδος μίας καταφανώς πολιτικής δίκης, καταδίκασε τον Πετρόπουλο μόνο ως... πορνογράφο. Αποφυλακίστηκε, λόγω ανήκεστου βλάβης, μερικούς μήνες αργότερα.
Γλωσσάρι
αβέλω: θέλω, δίνω, επιθυμώ.
αβέλω μπιεσμάν : βάζω χέρι σε κάποιον.
αποκατέ : από εκεί
γαργαρότεκνο : ναύτης
επιτάφιος : gay συνοδευόμενος από καλοντυμένα τεκνά
δικέλω : βλέπω
ιμάντες : εμείς. Άκλιτη αντωνυμία. Ενικός: εμάντες
κατσικές : αριστερός. Αντίθετο: προβατές = δεξιός
κουραβέλτα: συνουσία. Συνώνυμα: κουραβελτόσημο
λατσός : ωραίος
λατσολίθαρο: διαμάντι
με-σικ : με ευγένεια, κομψά. Προφέρεται σαν μία λέξη
μπαροτάτη: πολύ χοντρή
μπενάβω : ομιλώ.
μπενάβω ανθυγιεινά :κακολογώ
μπερντές : χρήματα. Συνώνυμο: ντουλά
νάκα : όχι, δεν
νταλκαρέτεκνο : μόνιμος εραστής
πομπίνο-φραπέ : αιδοιολειχία (από το γαλλικό pon-pon και το frapper)
ροσολιμαντέ : γλύψιμο (από το ροσόλω), άκλιτο.
σερμέλα : πέος. Συνώνυμα: φακιροπίπιζα, τουτού.
υψομετρού: επαρχιώτης gay. Συνώνυμα: βλαχοντάνα,γιδοτεκνοσυντήρητη
φλοκάρω : εκσπερματώνω
φλόκια ρομανόφ: ρώσικη σαλάτα
ψαμοσκελού : καυλιάρα (από το ψαμός = ξαναμένος + σκέλη)
αβέλω μπιεσμάν : βάζω χέρι σε κάποιον.
αποκατέ : από εκεί
γαργαρότεκνο : ναύτης
επιτάφιος : gay συνοδευόμενος από καλοντυμένα τεκνά
δικέλω : βλέπω
ιμάντες : εμείς. Άκλιτη αντωνυμία. Ενικός: εμάντες
κατσικές : αριστερός. Αντίθετο: προβατές = δεξιός
κουραβέλτα: συνουσία. Συνώνυμα: κουραβελτόσημο
λατσός : ωραίος
λατσολίθαρο: διαμάντι
με-σικ : με ευγένεια, κομψά. Προφέρεται σαν μία λέξη
μπαροτάτη: πολύ χοντρή
μπενάβω : ομιλώ.
μπενάβω ανθυγιεινά :κακολογώ
μπερντές : χρήματα. Συνώνυμο: ντουλά
νάκα : όχι, δεν
νταλκαρέτεκνο : μόνιμος εραστής
πομπίνο-φραπέ : αιδοιολειχία (από το γαλλικό pon-pon και το frapper)
ροσολιμαντέ : γλύψιμο (από το ροσόλω), άκλιτο.
σερμέλα : πέος. Συνώνυμα: φακιροπίπιζα, τουτού.
υψομετρού: επαρχιώτης gay. Συνώνυμα: βλαχοντάνα,γιδοτεκνοσυντήρητη
φλοκάρω : εκσπερματώνω
φλόκια ρομανόφ: ρώσικη σαλάτα
ψαμοσκελού : καυλιάρα (από το ψαμός = ξαναμένος + σκέλη)
(Πηγή: «Καλιαρντά» Η. Πετρόπουλος)
1 comments:
hı very interesting blog
thanks
www.mizahguncel.blogspot.com
Post a Comment