Monday, April 21, 2008

Σμέρνα


Ανδραγάθημα. Μα φυσικά ήξερα τη λέξη. Τη θεωρούσα αστεία. Στις νυχτερινές διαδρομές μου πάνω από την ζαρωμένη βρώμικη πόλη, μετρούσα τα φώτα και έχανα τον ειρμό μου. Δε μπορείς να πετάς άρρυθμα. Ούτε να ζεις, ας συμπληρώσω.
Όλα είναι σχετικά. Μόνο στα όνειρα βρίσκω συνοχή. Ίσως γι’ αυτό και δυσκολεύομαι να προσαρμοστώ στη μέρα, στο φως στους κανόνες, στα τερτίπια των ανθρώπων, στα σήματα και τους φθόγγους τους.
Ήθελα να πιάσω το αρχέγονο και γι΄αυτό χάθηκα στο δωμάτιο-ζούγκλα για μέρες που κανείς δε μέτρησε.
Δεν ήμουν μόνος. Το ανακάλυψα πάρα, μα πάρα πολύ γρήγορα.
Όλες οι τερατώδεις χοάνες του πολιτισμού με ξέπλεναν, τι κι αν ήμουν εκεί, στο πλυσταριό μόνος, σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο κονσέρβες και πλαστικά μπουκάλια νερό, πρόθυμος να ασκητέψω για πρώτη φορά στη ζωή μου. Το κελί μου, η σκήτη μου, είχε χάρτινους τελικά τοίχους.
Συνέχιζα την πόλη να ακούω, το χρήμα, τις προδοσίες, τη φλυαρία, τα μερμήγκια που χλιμιντρίζουν άδικα αναμεταξύ τους μόνο για να νομίζουν πως ζουν.
Χα! Από την πρώτη κιόλας μέρα ήξερα πως η βρωμιά δε θα φευγε, πως ο ερημίτης είχε ήδη σαπίσει προ πολλού και πως η μνήμη ήταν πιο δυνατή.
Αγαθές προθέσεις, επικλήσεις σε δυνάμεις υπέργειες, επικύψεις, γυμναστική μέχρι εξάντλησης, νηστεία, πτώση ιδρωμένη στο πάτωμα, τίποτα δεν άγγιζε τ’ αποτυπώματα του πολιτισμού τους. Ακόμα και η ίδια η γλώσσα με σκέπαζε, μανδύας πνιγηρός, έσκαζα, δε μπορούσα να ανασάνω, δε μπορούσα να πετάξω να σκίσω το καραβόπανο των φθόγγων των εννοιών.
Η λέξεις με στοίχειωναν. Νοήματα, ιδέες φλυαρίες, κοπριά τόνους σωρό, δε μπορούσα μοναχός να ξεβρομίσω. Τα ίδια και τα ίδια.
Μα αντιστεκόμουνα όσο μπορούσα. Ανέβαινα το βράχο με πόδια ματωμένα, ιδρωμένος σακάτης αδύναμος, και όταν έφτανα στην κορυφή την απόκρημνη, αγέρας δυνατός με γκρέμιζε, με πέταγε με μια γροθιά πάλι πίσω σε κουτρουβάλα επίπονη, ώσπου έφτανα γεμάτος πληγές, κοκάλα που να σκίζουν το δέρμα, πάλι πίσω στου βράχου τις ρίζες.
Ύστερα, με κόπο σηκωνόμουνα, έφτυνα τα δόντια που χαν σπάσει, και κουρέλι σάρκινο ξεκίναγα άλλη μια φορά, αιμάτινος Σίσυφος ν’ ανέβω τον βράχο της ελευθερίας μου.
Αποφάσισα να σταματήσω να τρώω. Να πίνω μόνο νερό, μέχρις η ζαλάδα να με αναστήσει και οι παραισθήσεις να μου δείξουν το δρόμο. Αργότερα μπούκωνα τον εαυτό μου βίαια σα βασανιστής με κονσέρβα τόνο έως ότου να σκάσει. Σαν ζητούσα έλεος, με διέταζα να πιω πολύ νερό, να ξεράσω αν ήθελα και να συνεχίσω μέχρι κάθε ιδέα αξιοπρέπειας να με εγκαταλείψει.
Κυλιόμουνα στο πάτωμα και στις δυο περιπτώσεις. Πότε σπαρτάραγα σαν ψάρι, πότε σα σκουλήκι που το χουν κόψει στα δυο. Είτε από την εξάντληση και τους πόνους της πείνας, είτε από τον αδυσώπητο κορεσμό που με έκανε να πνίγομαι, να νοιώθω πως πεθαίνω.
Η πόλη όμως έρχονταν πάλι μέσα μου. Γελοία υποκείμενα, Θεοί, πόσο υποτίμησα τη δύναμή σας!
Έφτυνα στο πάτωμα και ζούσα με κλειστά τα μάτια τραγουδώντας συνεχώς τραγούδια αστιγματικά. Αντί για λέξεις ήχοι, πέταλα δεν ήθελα στα πόδια μου, ούτε σαμάρι στα πλευρά μου, να που όμως, σκυλίσια δόντια η μνήμη έχωνε βαθιά, με τραβολογούσε, κι αυτό πόναγε περσότερο κι από την ίδια την δαγκωματιά σας λέω, και με ξαναπέταγε μέσα στους ανθρώπους γυμνό ξυπόλυτο διάτρητο νεκρό με άδεια μάτια. Νικημένο.
Ανδραγάθημα. Μα ούτε ο πυρετός, ούτε η αβιταμίνωση με έσωσαν, ούτε το τρέμουλο στα χείλη με ταρακούνησε καθόλου, κι ας πίστευα πως το κάψιμο, το κάψιμο τούτο θα με εξάγνιζε.
Κι όταν το όραμα ήρθε, μια πυρωμένη νύχτα που φλεγόμουν, τότε κατάλαβα πως τέλειωσαν όλα αυτά που προσπαθούσα. Ήξερα πως θα έβγαινα πάλι έξω.
Όταν ο δικαστής είναι ανίκητος, όταν ο βασανιστής ξέρει την κάθε πληγή σου, δε μπορείς να έχεις ελπίδες. Οι άλλοι, οι γύρω, τελικά δεν είναι παρά σημάδια. Μπορεί να καταστρέψουν, να γονατίσουν ψυχές, να σε πλάσσουν ζυμαράκι κουλουράκι, αλλά ποτέ δε μπορούν να φτάσουν το μεγαλείο τον θρίαμβο και την πανίσχυρη δικαιοδοσία κι αρμοδιότητα του δικαστή.
Μόνο αν πεθάνω θα πεθάνει.
Απέτυχα να του φάω το λαρύγγι να του πιω το αίμα και να χορέψω πάνω στο πτώμα του.
Ίσως να τον έκανα και πιο δυνατό.
Πως λοιπόν να ζήσω μετά από όλα αυτά;
Νομιμοφροσύνη, τάξις και ασφάλεια οι λέξεις που μου προτείνει.
Να κάνω υπομονή λέει, τις προσταγές ν’ ακούω και όλα θα πάνε καλά.
Και να ξεχάσω τις κουβέντες για ελευθερία.
«Ελευθερία είναι να συμβιβάζεσαι με ό,τι έχεις» λέει, και γω δακρύζω μόνος μου πεσμένος στα γόνατα.
Δαγκώνω τη γλώσσα μου να ματώσει. Πέφτω αναίσθητος χτυπώντας το κεφάλι μου με δύναμη στον τοίχο.
Ο δικός μου δικαστής είναι Κέρβερος. Αιμοβόρος. Δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα.
Όσοι νομιμόφρονες σκυμμένοι τσαρλατανεύουνε σέρνοντας τα κορμιά τους στον χρόνο, έχουν κερδίσει αγρούς, πεδιάδες ήρεμης φθοράς.
Ποτέ δεν ήμουνα, κι ούτε θα γίνω τέτοιος.
Αν ρωτάς τυραννιέσαι.
Χτυπάς, ματώνεις.
Χάνεις τη μάχη.
Κι όμως το ξέρω πως κάποιοι την κέρδισαν, κάποιοι σκοτώσαν τους δικαστές τους.
Κάποιοι πέταξαν από τις μυρμηγκότρυπες, μακριά από τους ήρεμους αγρούς.
Μη μου χτυπήσει μόνο κανείς την πλάτη συγκαταβατικά κι μου πει: «Τουλάχιστον προσπάθησες».
Η σμέρνα δεν ξέρει πως είναι σμέρνα.
Αυτή είναι η διαφορά μας.
Μοιάζουμε στα δυνατά σαγόνια.
Μόνο που εγώ δαγκώνω εμένα.
Μόνο που εγώ, ενώ ματώνω εμένα, παρατηρώ, εξηγώ, δέχομαι ανέχομαι.
Ανδραγάθημα.

4 comments:

elf said...

Μ' αρέσει που σας έγραψα στο παλιό διήγημα "καλό καλοκαίρι"...Αλλά τώρα που το σκέφτομαι, κι αφού έχω δει κάμποσα κι άλλα τόσα, θα το ξαναπώ: καλό καλοκαίρι.

DEADNIRO said...

Ευχαριστώ elf. Σου ανταποδίδω την ευχή.(χα!)

Κάτι μου λέει πως θα είναι.
Είμαι ερωτευμένος και αυτό βοηθάει.

deadniro

elf said...

Είσαι μάγκας. Χαίρομαι που σε ανακάλυψα. Και καλό Πάσχα. (Δεν είσαι αρνάκι, έτσι; Μπα,με τίποτα!)

Githrow Love said...

Ωραίος!
-Χάρηκα που έπεσα πάνω στα κείμενά σου!
Ωχ! Χτύπησα! :)