
Μνήμη δευτερολέπτων
Φσστ
Φσστ
Φσστ
Φσστ
ζίου ζίου, μπόινγκ…
Τι γυρεύω εγώ στην άμμο με το κύμα να μου χαϊδεύει τα πόδια;
Κρίτσι κράτς
Σπλισι σπλας
Μπάρα μπάρα
Ντιιιιν
Το παράκανα πάλι χθες ο γελοίος.
Ο Μιχάλης είχε πιαστεί. Ο Ικαριώτικος ήλιος δεν του άφηνε καμία άλλη επιλογή απ το να ξυπνήσει.
Γκάμπα γκάμπα γκάμπα
Γκάμπα
Ζουπ
Το στόμα του είχε ξεραθεί και ένας πονοκέφαλος το ψιθύριζε στο αυτί πως πρέπει να βρει τώρα δύο ντεπόν ή κάτι σχετικό.
Έκανε να σηκωθεί αλλά η απόπειρα του αυτή ήταν τόσο πετυχημένη όσο οι προσπάθειες των αμερικανών να βρουν τον Οσάμα.
Σταμάτησε να βγάζει τους ακατάληπτους ήχους του και ξαναπροσπάθησε. Αυτή τη φορά με επιτυχία. Έριξε μια γυροβολιά γύρω από τον εαυτό του –χωρίς να έχει καμία τέτοια πρόθεση- και παραπάτησε πέφτοντας με δύναμη στα ρηχά.
Ζούμπα ε
Άκομπα ε
Η δροσερή θάλασσα και η πρόσκρουση με τα βότσαλα τον ξύπνησαν για τα καλά.
«Σύρσου πτώμα», είπε στον εαυτό του και βαριεστημένα, στάζοντας, πήγε προς τις σκηνές. Μπούκαρε άγαρμπα στην σκηνή της Μαρίας και την άρχισε στα φιλιά. Ένα υγρό χταπόδι που βρωμοκοπά αλκοόλ δεν είναι ό,τι καλύτερο για πρωινό ξύπνημα. Αυτήν την άποψη ενστερνίζονταν και η Μαρία Πέτρου, εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Ιδιαίτερα όταν αυτό το χταπόδι ήταν κολλητό με το δικό της χταποδάκι τον Μάριο, ο οποίος υπηρετούσε την μαμά πατρίδα αυτό το καλοκαίρι.
«Μη δίνεις σημασία» της είπε το μαλάκιο-κάθαρμα «κανά ντεπονάκι θέλω. Έχεις;»
Ζίγκου ζίγκου ζο
Τσιρι τσιρι τρο.
«Αη και γαμήσου Μιχάλη. Αη και γαμήσου»
Ο Μάικλ γέλασε και είπε:
«Δηλαδή δεν έχεις;»
«Τι ρε μαλάκα; Τι θες;»
«Ντεπονάκια.»
Με μια σιχασιά στο πρόσωπο ζωγραφισμένη έκανε την ψυχή της πέτρα, καταλαβαίνοντας ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να διώξει τον αβορίγινα από τη σκηνή, και του έδωσε τα γαμημένα ντεπόν.
«Τσακίσου τώρα»
Παραπατώντας άρχισε να μασουλά τα χάπια. Σκέτα, άνευ ύδατος. Ήταν ένα παράξενο παλικαράκι.
Παρατήρησε ότι μόλις είχε ανοίξει το κιόσκι. Σα την χελωνίτσα τσουκου τσουκου έφτασε και στρογγυλοκάθισε σε μια καρέκλα παραγγέλνοντας ένα μεγάλο ποτήρι παγωμένη Heineken για πρωινό.
Προσπάθησε να θυμηθεί τι έγινε χθες βράδυ αλλά πλέον δεν έμοιαζε με χταπόδι αλλά με χρυσόψαρο. Μνήμη δευτερολέπτων.
Έφτασε η μπύρα.
Γιούπι για για
Γιούπι γιούπι για
Λίγο πριν την τελειώσει τον πήρε ο Μορφέας στην αγκαλιά του. Πάνω στην γύφτικη καρέκλα.
Είδε το κλασσικό του όνειρο. Αυτό που έβλεπε από παιδί.
Ότι ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου που έτρεχε και δεν μπορούσε να πατήσει τα πετάλια. Δεν ξύπνησε από μόνος του αυτήν τη φορά, ιδρωμένος και έντρομος.
Η Μαρία, η οποία δεν είχε καταφέρει να ξανακοιμηθεί, είχε τραβήξει μια δυνατή κλωτσιά στην καρέκλα.
Φαρδύς πλατύς στην άμμο δεν έβαλε κιχ. Παρέμεινε εκεί που ήταν και μετά από λίγο, ως εκ θαύματος, τον πήρε ο ύπνος.
Αυτήν τη φορά δεν ονειρεύτηκε τίποτα.
Τίποτα που να θυμάται.
Και γκλίκι γκλίκι γκλίκι
Και γκλίκι γκλίκι
Γκλο.
Φσστ
Φσστ
Φσστ
Φσστ
ζίου ζίου, μπόινγκ…
Τι γυρεύω εγώ στην άμμο με το κύμα να μου χαϊδεύει τα πόδια;
Κρίτσι κράτς
Σπλισι σπλας
Μπάρα μπάρα
Ντιιιιν
Το παράκανα πάλι χθες ο γελοίος.
Ο Μιχάλης είχε πιαστεί. Ο Ικαριώτικος ήλιος δεν του άφηνε καμία άλλη επιλογή απ το να ξυπνήσει.
Γκάμπα γκάμπα γκάμπα
Γκάμπα
Ζουπ
Το στόμα του είχε ξεραθεί και ένας πονοκέφαλος το ψιθύριζε στο αυτί πως πρέπει να βρει τώρα δύο ντεπόν ή κάτι σχετικό.
Έκανε να σηκωθεί αλλά η απόπειρα του αυτή ήταν τόσο πετυχημένη όσο οι προσπάθειες των αμερικανών να βρουν τον Οσάμα.
Σταμάτησε να βγάζει τους ακατάληπτους ήχους του και ξαναπροσπάθησε. Αυτή τη φορά με επιτυχία. Έριξε μια γυροβολιά γύρω από τον εαυτό του –χωρίς να έχει καμία τέτοια πρόθεση- και παραπάτησε πέφτοντας με δύναμη στα ρηχά.
Ζούμπα ε
Άκομπα ε
Η δροσερή θάλασσα και η πρόσκρουση με τα βότσαλα τον ξύπνησαν για τα καλά.
«Σύρσου πτώμα», είπε στον εαυτό του και βαριεστημένα, στάζοντας, πήγε προς τις σκηνές. Μπούκαρε άγαρμπα στην σκηνή της Μαρίας και την άρχισε στα φιλιά. Ένα υγρό χταπόδι που βρωμοκοπά αλκοόλ δεν είναι ό,τι καλύτερο για πρωινό ξύπνημα. Αυτήν την άποψη ενστερνίζονταν και η Μαρία Πέτρου, εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Ιδιαίτερα όταν αυτό το χταπόδι ήταν κολλητό με το δικό της χταποδάκι τον Μάριο, ο οποίος υπηρετούσε την μαμά πατρίδα αυτό το καλοκαίρι.
«Μη δίνεις σημασία» της είπε το μαλάκιο-κάθαρμα «κανά ντεπονάκι θέλω. Έχεις;»
Ζίγκου ζίγκου ζο
Τσιρι τσιρι τρο.
«Αη και γαμήσου Μιχάλη. Αη και γαμήσου»
Ο Μάικλ γέλασε και είπε:
«Δηλαδή δεν έχεις;»
«Τι ρε μαλάκα; Τι θες;»
«Ντεπονάκια.»
Με μια σιχασιά στο πρόσωπο ζωγραφισμένη έκανε την ψυχή της πέτρα, καταλαβαίνοντας ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να διώξει τον αβορίγινα από τη σκηνή, και του έδωσε τα γαμημένα ντεπόν.
«Τσακίσου τώρα»
Παραπατώντας άρχισε να μασουλά τα χάπια. Σκέτα, άνευ ύδατος. Ήταν ένα παράξενο παλικαράκι.
Παρατήρησε ότι μόλις είχε ανοίξει το κιόσκι. Σα την χελωνίτσα τσουκου τσουκου έφτασε και στρογγυλοκάθισε σε μια καρέκλα παραγγέλνοντας ένα μεγάλο ποτήρι παγωμένη Heineken για πρωινό.
Προσπάθησε να θυμηθεί τι έγινε χθες βράδυ αλλά πλέον δεν έμοιαζε με χταπόδι αλλά με χρυσόψαρο. Μνήμη δευτερολέπτων.
Έφτασε η μπύρα.
Γιούπι για για
Γιούπι γιούπι για
Λίγο πριν την τελειώσει τον πήρε ο Μορφέας στην αγκαλιά του. Πάνω στην γύφτικη καρέκλα.
Είδε το κλασσικό του όνειρο. Αυτό που έβλεπε από παιδί.
Ότι ήταν στο τιμόνι ενός αυτοκινήτου που έτρεχε και δεν μπορούσε να πατήσει τα πετάλια. Δεν ξύπνησε από μόνος του αυτήν τη φορά, ιδρωμένος και έντρομος.
Η Μαρία, η οποία δεν είχε καταφέρει να ξανακοιμηθεί, είχε τραβήξει μια δυνατή κλωτσιά στην καρέκλα.
Φαρδύς πλατύς στην άμμο δεν έβαλε κιχ. Παρέμεινε εκεί που ήταν και μετά από λίγο, ως εκ θαύματος, τον πήρε ο ύπνος.
Αυτήν τη φορά δεν ονειρεύτηκε τίποτα.
Τίποτα που να θυμάται.
Και γκλίκι γκλίκι γκλίκι
Και γκλίκι γκλίκι
Γκλο.
1 comments:
Μ' αρέσει πολύ. Καλό καλοκαίρι.
Post a Comment