
ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΡΑΔΙΚΙ
ΑΡΧΕΣΘΑΙ ΜΑΘΩΝ, ΑΡΧΕΙΝ ΕΠΙΣΤΗΣΕΙ
(ΟΠΟΥ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΑΓΙΑΖΕΙ ΤΟ ΒΥΣΜΑ)
Αγαπητά μου παιδιά,
Σήμερον θα ομιλήσωμεν διά την εκπαίδευσιν ζωής, ήτις λαμβάνει χώραν εν τω Ελληνικώ στρατεύματι.
Ποίος εξ ημών δεν ενεθυμήθη των ανδραγαθημάτων του εν ανδρικώ κύκλω και δεν εγέλασεν (ο μαλάκας) ?
Ποίος δεν ανεπόλησεν στιγμάς χαλεπάς αλλά συνάμα και εμπλέους αντρειοσύνης και δεν συνεκινήθη (μόνος του) ?
Ποίος δεν εξιστόρησε φανταρίστικας ιστορίας ενώπιον κομπανί – μίξ (έχει και γυναίκες) και δεν εισέπραξεν χυλόπιτταν (αν ψαχνότανε) ή χασμουρητόν μετά θυμηδίας (αν παρίστατο το βάσανον)?
Ποίος, λέγω, παρεδέχθη – στα ίσα –, ότι έτυχεν ευνοϊκής μεταχειρίσεως, ως κωλόβυσμα? (Ουδείς)
Ότε υπηρέτουν εν τω (τότε) Βασιλικώ Ναυτικώ, είχαμε ακοστάρει αρόδου στη Χώρα των Κιμμερίων και είχα την τύχην να μου πέσουν στη μπλώρη πολλαί μορφαί και τύποι ανθρώπων, πολλά δ’ άστεα είδον και νόον έγνων. Δεν επλάχθην πολύ όμως, διότι ετύγχανον τσάτσος.
Συμπερασματικώς δύναται τις, να διατυπώση την άποψιν, ότι η στρατιωτική θητεία είναι χρησιμώτατος και ωφελιμώτατος θεσμός, τόσον διά τον στρατιώτην, όσον και διά την κοινωνίαν.
Ας μη στραβομουτσουνιάζωσιν οι αναρχο-καλλιτεχνίζοντες νεανίαι. Θα καθαρίσω τη θέση μου ωσαύτως:
Η κοινωνία επωφελείται των αμίσθων εργασιών του τζάμπα μαλάκα:
· Δώσε αίμα και θα πάρεις (?) τριήμερον άδειαν (τι τρώει ο Μπάγκς Μπάνυ ?),
· Σκάβε τα χιόνια με το πτυοσκάπανον διότι έπηξε ο κόμβος της Μαλακάσας διά τους Σαββατοκύριακους Παρνασσιστάς (βλ. σχέδιον Ξενοκράτης),
· Σβού τας ουρανομήκεις πυρκαϊάς με τη βρεμμένη πετσέτα μέχρι να’ ρθει ο Καρνέισον (μα επιτέλους δεν υπάρχει Κράτος ?),
· Ξηγήσου σκούπα – μάπα τας στρατιωτικάς (ενίοτε και μη) εγκαταστάσεις μην τυχόν επιβαρυνθή το Ελληνικόν Δημόσιον ταις αμοιβαίς καθαριστρίας,
· Κουβάλα (στραβάδι) οπλισμό, κασόνια, μπετόνια, Ήλιος μακαρόνια και ερπυστριοφόρα παετόνια,
· Χάλα τον πενιχρόν – αν δεν διαθέτεις καβάντζας - στρατιωτικόν μισθόν σου εις παρεπιδημούντα καφωδεία ίνα επιβιώσωσιν και αι παραμεθόριοι περιοχαί (μπά και ζητήσουνε κανά Πανεπιστήμιον),
· Πάρε ταξί μήπως και αργήσης στη Μονάδα (και κόψουνε τη ντούρτα χωρίς εσένα) ίνα επιβιώση η συμπαθής φυλή του Ομάρ-Ταρίφ, όποτε και όπου δεν υφίστανται εισέτι αστικαί συγκοινωνίαι,
· Φάε σε άθλιες ταβέρνες όπου οι καταστηματάρχαι θωπεύουσιν (τιμολογιακώς) αδιαντρόπως τους γλουτούς του φανταράκη,
· Κάτσε και ένα χρόνο όξω απ’ τη λίστα της ανεργίας (μη και δε μας βγούνε τα νούμερα σωστά),
· Κάτσε κι ένα χρόνο όξω απ’ τον ανταγωνισμό στο καμάκι (οι γυναίκες σιχαίνονται τους φαντάρους, τυχόν δε αντίθετος άποψις, αποτελεί δοξασίαν βασιζομένην εις εντοιχισμένα στη γκλάβα μας στερεότυπα λόγω προπαγάνδας του Πρώτου Παγκοσμίου),
· Δώσε (επιτέλους) αξία στα αργόσχολα βαθμοφόρα ανθυπανθρωπάρια των παραγωγικών και μη στρατιωτικών σχολών κ.ο.κ.
Η μαμά αγαλλιάται. Οι γκόμινες σε ας-οικτίρουν.
Εις το σημείον τούτον, δέον όπως να γίνη και μια διευκρίνισις, περί της Ελληνικότητος της προσφιλούς -εξ αμάξης εν μποτιλιαρίσματι- εκφράσεως «ασιχτίρ», της οποίας η προέλευσις είναι Ελληνικωτάτη και περί τα 3.000 έτη φωτός παλαιά (εμείς δώσαμε τα φώτα πάλι).
Αι γνώμαι διίστανται: Τινές θεωρητικοί αποδίδουσιν την έκφρασιν ταύτην εις το ρήμα «οικτίρω», το οποίον κατά την ερασμικήν προφοράν, προϊούσης της φωνητικής αποτυπώσεως του F (δίγαμμα) το οποίον και επροηγείτο, επροφέρετο αρχαιιστί h-οικτίρω. Παρά τοις Φραντσέζοις ως γνωστόν το h λέγεται «ας» (ή «ακ» διά τους Κρήτας, βλ. Προφίκιενσι, ζήπεδο, πονεί η shέρα μου κ.ο.κ. – πλείονες πληροφορίαι εις το πόνημα του υποφαινομένου «Γιορμπάς: Ένας Συχρονίτης μας», Οργανισμός Διά την Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Μασταμπάς 1909). Ούτω πως, δεδομένου ότι, ό,τι αρχαιοελληνικά τα μάθαμε απ’ τους κουτό-φραγκους, λέμε ας + οικτίρω = ασιχτίρω / ασιχτίρ’ (βλαχιστί) / ασιχτύρι (της Τυροφάγου).
Η θεωρητική προσέγγισις περί προελεύσεως της φράσεως ταύτης εκ του «σε οικτίρω», δεν είναι αρκούντως πειστική. Τουρκική προέλευσις αποκλείεται παντάπασιν. Άλλωστε η λέξις «ντολμάς» > προέρχεται εκ του «ντουλαμάς» ισχυροψύχιος χειμερινή ένδυσις της Φρουράς των Ανακτόρων (τσοληαδάκια), όθεν η επ-ένδυσις του κιμά μετά λαχανοφύλλων, κ.ο.κ.
Τα δε μέλη της κοινωνίας προχωρούσιν εις την έρημον της ζωής, ερήμην του καμπούρη στρατευμένου, κωφοί και τυφλοί καταμούτρως πτύοντες τον στρατευμένον (βλ. συγκρότημα «Οπαί»).
Ο στρατευμένος κατά τους καραβανάδες «στρατεύσιμος» (sic), είτε μειράκιον (ανεπάγγελτος, αλάνι ή χωρικός) είτε πουράκλα (σπουδαγμένος κι ακατάδεχτος), δύναται να διδαχθή εν τω στρατεύματι τα κάτωθι:
· Πώς να αποσείει παντός είδους ευθύνην απο την αφεντομουτσουνάραν του και να την επιρρίπτει αλλαχού.
· Πώς να κοιτάει μόνον την party του.
· Πώς να δίδει εξωτερικώς την εντύπωσιν οτι κάμνει εργασίαν, μετά κοπιώδους προσπαθείας, ενώ εις την πραγματικότητα ξύεται.
· Πώς να εξαφανίζεται όταν τον χρειάζονται.
· Πώς να ενούται μετά πλειόνων συστρατιωτών, ίνα δίδωσιν άπαντες ομού και αφ’ υψηλού εντολάς εις έναν (αλιέα) στρατιώτη, ο οποίος εκτελεί βογκολογών εργασίας, η οποία χρειάζεται τουλάχιστον δέκα (10) άτομα (βλ. «Μια Ζωή Πληρώνω Αγγαρείες Αλλωνών»).
· Πώς να κάμνη τον μάγκαν (εκεί που τον λαμβάνει).
· Πώς να καταδίδει τους συστρατιώτας του δι’ ασήμαντον αφορμήν, προκειμένου να βολευθεί ούτος και να έχωσιν την κάραν των ήσυχον οι καραβανάδες, ότι υφίσταται πειθαρχία άνευ ιδικής των αναμίξεως (βλ. άσε μη φάμε καμιά δυσμενή – πού να μπλέκεις με τα βύσματα – πού ξέρεις τι έχει ο άλλος, βλ. και: κανονίστε τις εξόδους / υπηρεσίες / βάρδιες μόνοι σας παιδιά κτλ.)
· Πώς να φιλοφρονή τους βαθμοφόρους επ’ ανταλλάγματι.
· Πώς να διαπληκτίζεται μετά των συστρατιωτών του, ίνα λάβη τας περισσοτέρας αδείας μετά δημοσίων θεαμάτων και ταυτοχρόνως να κάμη την ολιγωτέραν εργασίαν, όλως αντιθέτως προς πάσαν εννοίαν του αγγλο-σαξωνικού θεσφάτου «A Fair Day’s Work for a Fair Day’s Pay».
· Πώς να μην κάμνει απολύτως; τίποτα.
· Πώς να θεωρή και να απεχθάνεται ως «χώσιμον» την εργασίαν και «κορόιδον» το συνεπές και εργατικόν άτομον, χωρίς απαραιτήτως να εμφορείται από αναρχικάς απόψεις.
· Πώς να αναλίσκη τον επισφαλήν ανδρισμόν του εις συζητήσεις, περί της γκόμινας, ταχέων αυτοκινήτων και ποδοσφαίρου.
· Πώς να ολισθαίνη εις καφωδικήν πορείαν, επιδιδόμενος μετ’ εμβριθείας εις αερολογίας, ναυτολογίας και στρατολογίας (αναλόγως κατά Σώμα).
· Πώς να συνδέει τεχνικώς τα υποδήματά του με εναερίους οργιώδεις μεταδόσεις βορβορωδών φημών (βλ. λήμματα «Ράδιο Αρβύλα», «έβγαλε βρώμα» κτλ.)
· Πώς να κάμνη τον μαλάκα (συχνάκις άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας)
· Πώς να βγάζη τα «εν οίκω» του στο Δήμο (για αποκομιδή).
· Πώς να ρηαλητεύη εις μεγαλο-αδελφικάς εγκαταστάσεις, έγκλειστος εις περιωρισμένον χώρον και χρόνον, μετά πλειόνων, ουσιαστικώς αγνώστων και βεβιασμένως παραγνωρισθέντων ατόμων, (βλ. το πόνημα του υποφαινομένου «Ο Ωχ-μεγαλο-αδερφισμός το 1984», (Εγχειρίδιον δι’ αξιωματούχους Μυστικών Υπηρεσιών), εκδόσεις Σανιδάς, φυλακαί Ακροναυπλίας 1936 (εξαντλ.).
· Πώς να ζνομπάρει τους πιτσιρικάδας συστρατιώτας του, καθώς και κάθε είδους χειρονακτικήν εργασίαν, αναπολών, μεθ’ ύφους, τας ημέρας, ότε εσπούδαζεν εις τας Ευρώπας, μη έχων περάσει Πανελλαδικάς.
· Πώς να γρινιάζη διά την μετάθεσίν του και να καλεί στο κινητόν Θεούς τε και Δαίμονας, πολιτικώς κεχρωσμένους, ίνα τον εξαγάγωσιν από την δύσκολην θέσιν εις ήν ευρίσκεται, (μακάρι και να υπηρετεί ως διαβαστής εφημερίδων εις την Πλατείαν Κλαυθμώνος).
· Πώς να απειλή ατιμωρητί τους βαθμοφόρους του, περί δυσμενούς μεταθέσεώς των, εις περίπτωσιν μη ικανοποιήσεως τυχόν παραλόγου αιτήματός του.
Δηλαδή, εν γένει πρόκειται περί παρανοήσεως της ομοφώνου αλλ’ αμφισήμου λέξεως στρατιωτικής σημασίας «βολή» βάλλω (παράγωγα: πυροβόλον, ακροβολίζομαι, βλήμα, απυρόβλητον κτλ.) μετά της πολιτικής σημασίας λέξεως «βολή» βολεύομαι (παράγωγα: βολικός, βολευτής κτλ.), ενώ η πόλις του Βόλου δεν έχει καμίαν απολύτως σχέσιν με το παρόν.
Συνεπώς, δυνάμεθα μεθ’ αγαλλιάσεως να συναγάγωμεν, ότι επετεύχθη επιτέλους η πολυπόθητος δημοκρατική πολιτικοποίησις του στρατεύματος, (αλά-Ελληνικά πάντα). Τοιαύτην ταύτισιν Στρατού και Λαού, έχομεν να ίδωμεν από το Γουδί το 1909 (!)
Εν κατακλείδι, η πάλαι ποτέ σεμνοκαυλωμένη μητρική ιαχή «θα γίνεις άντρας», πληρούται εις το έπακρον εν τω Ελληνικώ στρατεύματι, υπό την εννοίαν του Έλληνος (και ουχί ετέρου) ανδρός, ως αποτυπούται εις τα βυζοφόρα εξώφυλλα του κρεμαστού εντύπου της Βαβυλώνας Μήτρο.
Τοιούτοι (sic) άνδρες θα αποτελέσωσιν την crème de la crème των μετέπειτα ακαδημαϊκών πολιτών και μέσων κοινωνικών ανθρώπων, ψυχοφθόροι και ψηφοφόροι από-φασίζοντες (και τα’ δαμε τα χαΐρια).
Εις πλείστας όσας πρωτογόνους και μη, κοινωνίας, υφίσταται η φάσις της μεταβάσεως από τον ανίουλον έφηβον, εις τον κραταιόν μενεόμενον άνδραν.
Τα καθ’ ημάς, ως ανωτέρω ανεπτύχθησαν, διδακτικώτατα μαθήματα, τα προσφερόμενα εν τω Ελληνικώ στρατεύματι, δύνανται να ωφελήσωσιν τους νεανίας που έχουσιν την χρείαν των.
Οι άλλοι ας μην πάνε.
Άλλωστε, παλαιά, ινά λάβωσιν Γιώτα πέντε (Ι-5) από την Ιλιάδα, ο Οδυσσεύς έκαμνε τον τρελλό κι ο Αχιλλεύς το μπούστη.
Σας ασπάζομαι,
Γητευτής Παίδων
Dr. Colombo