
Τις προάλλες με πήρε ο πρεζάκιας τηλέφωνο να πάμε για κανα καφέ. Δεν είναι πραγματικός πρεζάκιας. Αν ήθελα να τον χαρακτηρίσω με δυο λέξεις θα έλεγα πως είναι ένας απρόβλεπτος παρανοϊκός. Με χρυσή καρδιά και μειωμένο καταλογισμό.Είχα καιρό να τον δω, και καθώς πάντα με διασκεδάζει με τις τρελοϊστορίες του-έχει ζήσει απίστευτές καταστάσεις με τα μυαλά που δεν κουβαλάει-αποφάσισα να ενδώσω και να κλείσω ραντεβού μαζί του γύρω στις πέντε Ναυαρίνου και Ιπποκράτους.
Ο πρεζάκιας ήρθε στην ώρα του, με εκείνο το αργό βήμα που σε κάνει να αναρωτιέσαι «θα πέσει-δεν θα πέσει-θα πέσει», χαμογελαστός κεφάτος και με μία μαύρη τσάντα περασμένη στον ώμο.«Τι έγινε Γιαννάκη» είπε τραγουδιστά «πως πάνε τα κυκλάμινα;»«Όπως τα ξερες Μπάμπη μου, ανθίζουν τέτοια εποχή και με τρελαίνουν.» απάντησα δίχως να σκέφτομαι. Αυτό είναι το κόλπο μα τον πρεζάκια.
Να μη σκέφτεσαι, και όλα πάνε μέλι γάλα και τα λεπτά κυλάν στρωτά.Αποφασίσαμε να πάμε στην πλατεία ανηφορίζοντας την Ιπποκράτους. Εγώ κάπνιζα περπατώντας, ενώ ο Μπάμπης σιγοσφύριζε τη φραγκοσυριανή ακατάπαυστα παίζοντας ταυτόχρονα με έναν αναπτήρα ζίππο, ανοιγοκλείνοντας ρυθμικά το καπάκι του.
Στρίβοντας στη Βαλτετσίου είδαμε μια διμοιρία των Ματ να χει αράξει κάθιδρη σε κάτι πεζούλια. Προχωρούσα λίγο πιο μπροστά από τον πρεζάκια, δέκα μέτρα μακριά από τους μπάτσους, όταν τον άκουσα να μου λέει: «Τρέχα Γιάννη, τρέχα όπως δεν έχεις τρέξει ποτέ στη ζωή σου.»
Πριν ακόμα γυρίσω το κεφάλι μου μια σκέψη αστραπή σπίνιαρε ουρλιάζοντας τονίζοντας πως το χαμένο κορμί που έχει όλο το σύμπαν, χαρτογραφημένο και αχαρτογράφητο, γραμμένο στα αρχίδια του, μάλλον θα προβοκάρει τους μπάτσους, βρίζοντας τους ή τίποτε άλλο. Όλα συνέβησαν αστραπιαία. Γυρνάω και τον βλέπω με το δεξί χέρι ψηλά στον αέρα και ένα χαμόγελο που έδενε παραδόξως με το γυάλινο βλέμμα του. Ενστικτωδώς γυρνάω το κεφάλι προς τους μπάτσους τη στιγμή που έσκαγε η μολότοφ που προφανώς είχε στη τσάντα του ο αντίχριστος.Πουτάνα όλα.Είχα πετρώσει. Το πόδι ενός αιφνιδιασμένου ματατζή είχε πάρει φωτιά και οι άλλοι προσπαθούσαν να τη σβήσουν. Δε θα ξεχάσω το βλέμμα ενός χοντρού που ξύπνησε πρώτος από το λήθαργο και όρμηξε προς το μέρος μου ανεμίζοντας το γκλοπ του. Και λέω προς το μέρος μου, γιατί ο πρεζάκιας είχε τώρα υιοθετήσει ένα εντελώς διαφορετικό στυλ περπατήματος, και είχε γίνει Λούης. Το ένστικτο είναι μεγάλη υπόθεση. Μπορεί να έχουμε διασπάσει το άτομο, να έχουμε βελτιωμένα φάρμακα, να έχουμε υποτάξει σχεδόν όλες τις φυσικές δυνάμεις, να ζούμε σε οργανωμένες κοινωνίες με νόμους και κοινωνικές δομές, αλλά…στο φινάλε ήμασταν ήμαστε και θα ήμαστε πάντα ζώα, θηλαστικά που όταν ο κυνηγός πλησιάζει τρέχουν να σωθούν με ό,τι δυνάμεις κρύβουν μέσα τους.Έτσι έκανα και γω, μέσα στην σύγχρονη Αθηναϊκή ζούγκλα. Με την ψυχή στο στόμα με τα μυαλά στα κάγκελα με μια φωνή μέσα μου να ουρλιάζει ‘δεν πρέπει να σε πιάσουν-καλύτερα νεκρός’ και άλλα τέτοια παρανοϊκά.
Έστριψα στον πρώτο δρόμο δεξιά –τα ονόματα είχαν πλέον εξαφανισθεί- η μνήμη μου ρετάλι και έτρεχα σε μια άγνωστη καινούρια πόλη περνώντας μέσα από αμάξια πεζούς και κολώνες. Από πίσω μου ένοιωθα τα σκυλιά του πολέμου να γαβγίζουν ερεθισμένα με την προοπτική της σύλληψής μου.Έστριψα πάλι δεξιά και άρχισα να τρέχω με τους μπάτσους ξωπίσω μου. Πρέπει να έτρεχα γρήγορα γιατί η μεταξύ μας απόσταση μάλλον είχε αυξηθεί.Τότε δεν ξέρω τι με έπιασε. Επιφοίτηση, αποκοτιά τρέλα;Βλέπω ένα μεγάλο φορτηγό ψυγείο παρκαρισμένο κάτω από μια πολυκατοικία. Είχε ανοιχτά τα τζάμια και κανείς δεν ήταν μέσα. Μάλλον ξεφόρτωναν στο διπλανό μπακάλικο. Πριν φτάσουν οι μπάτσοι ανεβαίνω γρήγορα δίπλα στην πόρτα, πατάω δίπλα από την ασφάλεια και ανεβαίνω πάνω από την καμπίνα του οδηγού. Γυρνάω και βλέπω τα ματ να καταφτάνουν λαχανιασμένα. Ανεβαίνω πάνω στην οροφή του ψυγείου, στο πιο ψηλό του δηλαδή σημείο και πηδάω, δίχως καμία σκέψη, δίχως καμία ελπίδα στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου.
Δεν πέφτω, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά μένω για κάτι δεύτερα κρεμασμένος σαν μαλάκας από τα κάγκελά. Από κάτω ακούω τους μπάτσους να φωνάζουν και να ωρύονται, να μου λένε ότι να κρατηθώ και θα έρθουν να με πιάσουν πριν πέσω. Ακούω και κάτι γιαγιάδες από απέναντι μπαλκόνια να στριγκλίζουν σαν υστερικές.
Φρίκη.
Με όλη μου τη δύναμη, ενισχυμένος από την εσωτερική φωνούλα η οποία δεν έπαυε στιγμή να με προστάζει να τρέξω για τη ζωή μου, κατάφερα με μια έλξη να μπω μες το μπαλκόνι. Δεν πήγε τζάμπα το μονόζυγο που κάνω τα τελευταία δύο χρόνια, ε;Δε γιορτάζω τη νίκη μου καθώς από στιγμή σε στιγμή θα μπούνε μέσα και θα μου δείξουν τι εστί γλυκό του κουταλιού. Η τζαμόπορτα είναι ανοιχτή και δε χρειάζεται να την σπάσω. Τρέχω μες το σπίτι βλέποντας με την άκρη του ματιού μου μια γλυκιά γιαγιούλα στον καναπέ, αποσβολωμένη να βλέπει σήριαλ. Σταματάω προς στιγμήν της φωνάζω ‘γεια σου γιαγιά’ και τρέχω προς την πόρτα. Ακούω τους μπάτσους να ανεβαίνουν τα σκαλιά. Τα κλειδιά είναι πάνω στην πόρτα. Ο χρόνος είναι χρήμα.
Κλειδώνω και παίρνω μαζί μου τα κλειδιά. Αρχίζουν να κοπανάνε.Σκουπίζω το ιδρωμένο πρόσωπό μου ενώ καταριέμαι τον γαμημένο τον πρεζάκια, αλλά και τον εαυτό μου που δέχτηκε να πάει για καφέ με το πιο ανισόρροπο πλάσμα που ξέρει. Η κουζίνα βλέπει προς τον κήπο. Ακολουθεί ένα μεγάλο πάρκιν.
Ή τώρα ή ποτέ μάστρο Γιάννη.
Ο τοίχος είναι ψηλός. Αν πέσω θα σκάσω στον κήπο, θα σπάσω κανα πόδι και κάποιος μπάτσος θα με φυλάει στο νοσοκομείο. Ψηλός, αλλά αρκετά πλατύς για να ισορροπήσω πάνω του. Ή ταν ή επί τας. Ιδού η Ρόδος ιδού (ελπίζω πως όχι) το πήδημα. Από μέσα η πόρτα κοντεύει να σπάσει. Πρέπει να φτάσω στο πάρκιν και μετά βλέπουμε.Δύο μέτρα αριστερά από το μπαλκόνι είναι ο πλαϊνός τοίχος του κήπου. Δίπλα και κολλητά είναι η άλλη πολυκατοικία. Πρέπει λοιπόν να πηδήξω αρκετά δυνατά ώστε να φτάσω αλλά όχι τόσο που να πέσω πίσω. Γάμησέ τα. Βγαίνω έξω από τα κάγκελα χεσμένος. Η καρδιά μου να χτυπάει τρελά και στάλες ιδρώτα να μπαίνουν στα μάτια μου. Πηδάω. Ταλαντεύομαι αλλά δεν πέφτω. Το πλάτος είναι καλό, περίπου είκοσι εκατοστά και ο τοίχος δίπλα βοηθάει. Αρχίζω προσεκτικά αλλά γρήγορα να πηγαίνω ακροβατώντας προς το πάρκιν. Φτάνοντας στη γωνία βλέπω από κάτω ένα κόκκινο αμάξι. Στοχεύω για την οροφή, η οποία θα μετριάσει την πτώση μου. Σόρρυ φιλαράκο.Στο πάρκιν αρχίζει να με κυνηγά ο φύλακας, ένας μπάρμπας που σχεδόν έπαθε ανακοπή μόλις είδε τη ζημιά.
Αντιός μουτσάτσο.
Προλαβαίνω να γυρίσω και βλέπω ότι οι μπάτσοι δεν έχουν βγει ακόμη στο μπαλκόνι.Θα μπω σε μια πολυκατοικία και θα περιμένω να τελειώσει το ανθρωποκυνηγητό ή θα προσπαθήσω να φτάσω στο μετρό της Πανεπιστημίου.
Αποφάσισα να κάνω το πρώτο, κατά κακή μου τύχη, και μπήκα σε μια παλιά πολυκατοικία που έβλεπε στο πάρκιν. Ανέβηκα μέχρι τον τελευταίο όροφο και άραξα κοντά στην ταράτσα. Δεν ήταν κλειδωμένα, αλλά προτίμησα να μείνω μέσα, γιατί είχε ακόμη ήλιο και ζέστη. Ηρέμησα λίγο. Ένοιωθα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου και ένα κύμα ψυχραιμίας και κρυφής περηφάνιας να απλώνεται παντού.
Θα τον σκότωνα τον πρεζάκια. Δίχως ερώτημα. Αλλά πάλι θα λιώσουν τα παιδιά όταν τους πω τη φάση με τη γριά και τον τοίχο. Γάμησέ τα. Λίγα λεπτά ανακωχής και ανάπαυσης περνάν ώσπου ακούω από τις σκάλες φωνές και βήματα ν΄ ανεβαίνουν. ‘Σε βρήκαν κακομοίρη’ μου ψιθυρίζει σαδιστικά η φωνούλα, συμπληρώνοντας: ‘ έπρεπε να χες πάει στο μετρό’. Δεν έχω χρόνο να σκεφτώ τίποτε, νοιώθω και είμαι παγιδευμένος. Σε λίγο θα έχουν τελειώσει όλα. Ακόμα και ένας μπάτσος μπορεί να φτάσει μέχρι την ταράτσα.Κάθομαι εκεί σαν άγαλμα μοντέρνας τεχνοτροπίας με τίτλο : ‘το παγωμένο πρόσωπο του αναπόφευκτου’. Ακούω πλέον ξεκάθαρα τα βήματά τους καθώς οι φωνές ξεκαθαρίζουν. Όχι, ο Έλλην μπάτσος δεν πάει να σε αιφνιδιάσει πατώντας στα ακροδάχτυλα. Μπούλου γκούλου γιούργια, θόρυβος και εκφοβισμός.«Στην ταράτσα Μήτσο, εκεί θα είναι το πουλάκι μας! Σαλάγα το …»Αυτό ήταν. Το άγαλμα κουνήθηκε, βγήκε στην ταράτσα και έκλεισε την πόρτα πίσω του χωρίς να κάνει θόρυβο. Όλη η Αθήνα μου έγνεφε. Ο Λυκαβηττός και η ακρόπολη μου κλειναν το μάτι. Από κάτω είχε ένα ρετιρέ το μπαλκόνι του οποίου εξείχε ένα δύο μέτρα από το άκρο της ταράτσας.
Βουρ.
Άλλη μια φορά βγήκα έξω από τα κάγκελα και πήδηξα. Προσγειώθηκα καλώς, και μέσα στο μπαλκόνι, μόνο που παραπάτησα και έσκασα με δύναμη πάνω σε μία ζαρντινιέρα με μωβ βουκαμβίλιες. Η μύτη μου άνοιξε αστραπιαία και το μπλουζάκι μου γέμισε αίματα. Το έβγαλα γρήγορα και σκούπισα το πάτωμα μην και το δούν οι μπάτσοι. Μετά πήγα και κόλλησα στον τοίχο, εκεί όπου δεν μπορούσαν να με δουν από πάνω. Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό όταν τους άκουσα.«Ο μαλάκας από το πάρκιν πρέπει να έκανε λάθος. Ο τύπος δεν είναι πουθενά, ούτε στο υπόγειο ούτε εδώ. Θα μπήκε κάπου αλλού, ή θα έκανε πάλι το ίδιο κόλπο, να πηδήξει σε κάποια άλλη πολυκατοικία.»Τα παλικάρια άναψαν τσιγάρο, προφανώς απολαμβάνοντας την θέα.«Καλά έτσι και τον πιάναμε καρντάση δεν σε λέω τίποτα, όλο το γκλοπ θα του το χωνα στον κώλο.»Ο εύθυμος γέλωτας τους δε με διασκέδαζε καθόλου. Έπινα το αίμα μου, είχα δακρύσει από τα νεύρα μου, και έτρεμα μην και τους περάσει από το μυαλό να τσεκάρουν το ρετιρέ.«Άντε πάμε σιγά σιγα, να μη φωνάζει κι ο Κωνσταντίνου.»
Έφυγαν.
Έπεσα κάτω και άφησα τα δάκρυα μου να κυλήσουν ελεύθερα πια. Η μόνη εικόνα που είχα ήταν να μαι μέσα στην κλούβα των γουρουνιών με κατεβασμένα τα παντελόνια και τα γκλοπ να ρχονται καυλωμένα προς στο άβατο χωρίς κανένας να μπορεί να με βοηθήσει.Περίμενα αρκετή ώρα καθισμένος στο μάρμαρο. Ήταν μια βεράντα γεμάτη με περιποιημένες γλάστρες και όμορφα λουλούδια. Από μέσα δεν ακουγόταν καθόλου θόρυβος. Υπήρχαν τρεις μπαλκονόπορτες. Αυτή της κρεβατοκάμαρας είχε κατεβασμένα τα στόρια( από εκείνα τα παλιά που κατέβαιναν από πάνω προς τα κάτω) αφήνοντας ένα μικρό κενό από κάτω.
Προσπάθησα να περάσω. Με το μισό μου σώμα μέσα, σχεδόν φρακαρισμένος αντιλαμβάνομαι πως δεν είμαι μόνος. Ένα μικρό γλυκό κανισάκι άσπρου χρώματος με περιεργάζεται από απόσταση. Ενώ συνεχίζω την προσπάθειά μου έχω τα μάτια μου καρφωμένα στη μικρή λουλού. Πάλι καλά που δεν ήταν κανα ντομπερμαν γιατί τότε , και με τέτοια στάση ίσως και να προτιμούσα τον κρατικό σοδομισμό. Το σκυλάκι κουνούσε χαρωπά την ουρά του, ώσπου με το που σηκώθηκα άρχισε να γαβγίζει σαν τρελό. Τσέκαρα το σπίτι με την ηχοπαραγωγική συνοδεία του. Ήμουν μόνος. Εγώ, το σκυλί και η κλειδωμένη πόρτα ασφαλείας.Είχα νευριάσει με τον κόπρο. Κοίταξα στην αποθήκη και βρήκα αυτό που έψαχνα. Με γρήγορες κινήσεις του φίμωσα το στόμα χρησιμοποιώντας μια μαύρη μονωτική ταινία. Τώρα μόνο έσκουζε το μαλακισμένο. Το άφησα στο μπαλκόνι και έκλεισα εντελώς τα στόρια για να μην μπορεί να μπει.Τώρα τι;Πήρα ένα μεγάλο κουζινομάχαιρο να χω πρόχειρο και άραξα δίπλα στην πόρτα.
Απ΄ ό,τι μπορούσα να σκεφτώ υπήρχαν δύο βασικές εκδοχές απόδρασης. ΄Με βία ή χωρίς. Δηλαδή με το που μπει κάποιος του κολλάω το μαχαίρι στο λαιμό και την κάνω ή με το που μπει κάποιος καταφέρνω να φύγω από την κρυψώνα μου και να ανοίξω την πόρτα, η οποία μάλλον θα έχει τα κλειδιά πάνω ή κάπου κοντά.Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο. Κατουριόμουν εδώ και ώρα, αλλά προφανώς είχα άλλα πράγματα στο μυαλό μου. Θαυμάζοντας το υπέροχο μπάνιο με τα μαύρα πλακάκια άκουσα κάτι από την πόρτα. Χωρίς φυσικά να τραβήξω καζανάκι πάω και χώνομαι, ενώ ταυτόχρονα ακούω κάποιον να ξεκλειδώνει την πόρτα, κάτω από τον καναπέ IKEA στο σαλόνι, πάντα κρατώντας το κουζινομαχ…Όχι ρε πούστη μου, το κουζινομάχαιρο είναι αφημένο πάνω στο καζανάκι.
Σκατά.
Πόδια πολλά.
Νεανικές αντρικές φωνές γεμίζουν το δωμάτιο.«Δε θα φύγει κανείς απόψε από εδώ όρθιος…όλοι θα λιώσετε κουφάλες.» «Ψηλέ ο πρώτος που θα βγει εκτός μάχης και θα τρέχει στα περίπτερα για σοκολάτες θα σαι εσύ»«Σοκολάτες; Σοκολάτες να δει το μάτι σου. Στην κουζίνα ρε έχω τον μισό Παυλίδη, έτσι για να γουστάρουμε. Τι νομίζεις Δεσποινάκι ότι είμαι κανας τυχαίος;»
Το Δεσποινάκι, το οποίο φυσικά δεν ήτο γυναίκα του απάντησε: «Καλά, άσε τα πολλά λόγια και φέρε τον αργιλέ. Άραξαν οι μάγκες στους καναπέδες, έβαλαν drum and bass, και άρχισαν να στρίβουν. Σύντομα το δωμάτιο ευδίαζε καμένο χόρτο. ‘ Σε λίγο θα έχει τόση ομίχλη’ σκέφτηκα ‘που θα φύγω κύριος’.
Επαναπροσδιορισμός. Η πόρτα είναι ανοιχτή γιατί δεν την έκλεισαν και το πρόσεξα. Είναι έξι άτομα όλοι άντρες. Σε λίγο θα κινούνται όλοι σε αργή κίνηση απ΄ το πολύ πιόμα. Μάλλον ό,τι και να γίνει δεν θα καλέσουν τους μπάτσους (χα χα) Αυτά είναι τα θετικά. Τα αρνητικά είναι, το φιμωμένο κανίς στη βεράντα, που μπορεί να γεννήσει υποψίες ακόμα και σε ένα μαστούρη, και το κουζινομάχαιρο στο καζανάκι. Ας περιμένω και θα δω. «Μαλάκα Στέλιο, δε βλέπεις μπροστά σου. Άμα είναι να σου πέφτει το μισό σταφ στο πάτωμα να μη στρίβεις.»«Τι;»«Να ρε παπάρα ένας ολόκληρος παπάς σου έχει πέσει δίπλα στον καναπέ. Πόσο μαλάκας είσαι»Ωχ.Ο τύπος έσκυψε με κοίταξε στα μάτια άπλωσε το χέρι του πέντε πόντους από το κεφάλι μου και μάζεψε το χόρτο.«Πως κάνεις έτσι αδερφάκι μου; Τι έγινε ε; Ορίστε νατος ο παπάς, περίμενε λίγο να στρίψω και θα σου κάνει και τρισάγιο. Όλο φωνές και μαλακίες. Ήρθαμε εδώ για να κουλάρουμε. Α, και να γιορτάσουμε την προαγωγή του Μάκη.»
Δεν το πίστευα. Ο τύπος πρέπει να ταν τυφλός ή κάτι.Άκουσα γρήγορα βήματα να έρχονται από την κουζίνα.«Ποιος μαλάκας έκανε αυτό στον Τσάρλι;»Στη θέα του φιμωμένου κανίς τα μαστούρια για κάτι δεύτερα βραχυκύκλωσαν. Μετά κατέρρευσαν από τα γέλια.«Πω πω ψηλέ βρήκες τη λύση» ψέλλισε ένας που δεν είχε μιλήσει έως τώρα «παγκόσμια πατέντα για να βγάζουν το σκασμό οι κόπροι»
«Μεγάλε θα πλουτίσεις, θα χεστείς στα φράγκα ρε!»
Και μετά όλοι εν χορώ «Μάκη ζούμε για να σ΄ ακολουθούμε».
Ο Μάκης προφανώς δεν διασκέδαζε. Ούτε εγώ. Το σκυλί θα με έβρισκε πριν μαστουρώσουν αρκετά.
Ο καιρός γαρ εγγύς. Έρχεται η Αποκάλυψις.
Ο Μάκης έφυγε από το δωμάτιο δίχως να πει κουβέντα. Μετά από λίγο ένοιωσα τον Τσάρλι να με γλύφει. Του κανα μια να φύγει. Τα κατάφερα. Οπισθοχώρησε ο γαμημένος και άρχισε να γαβγίζει σαν τρελός.«Μάζεψε το το παλιόσκυλο ή βάλτου πάλι την πατέντα σου» φώναξε κάποιος, και όλοι άρχισαν να γελάνε αυτιστικά σα να χαν ακούσει το καλύτερο ανέκδοτο του κόσμου.Ο Τσάρλι φυσικά συνέχισε να γαβγίζει. Ήμουν πια έτοιμος. Θα έβγαινα ώστε να μην έχανα τα ελάχιστα υπολείμματα του στοιχείου του αιφνιδιασμού που ίσως ακόμη είχα.
Πετάχτηκα από τον καναπέ όσο γρήγορα μπορούσα. Οι τύποι με κοίταζαν εκστασιασμένοι, σα να μουν μια ομαδική παραίσθηση. Έτρεξα προς την πόρτα όταν ένοιωσα ένα πόδι να μου βάζει τρικλοποδιά και το πρόσωπό μου να σκάει άλλη μια φορά σε μια σκληρή επιφάνεια, αυτή της πόρτας.(κάποτε πρέπει να σταματήσει αυτή η ιστορία με τα πεσίματα και την μύτη που ανοίγει.)
Με γύρισαν ανάποδα. Ήταν ο Μάκης που μου βαλέ τρικλοποδιά, ο μόνος νηφάλιος και ο μόνος τσαντισμένος με την πάρτη μου. Με το που είδανε την ματωμένη μπλούζα μου τα έχασαν. Φρικάρανε. Ο Μάκης με είχε ακινητοποιήσει. Καθόταν πάνω μου και μου κράταγε τα δύο χέρια. Οι άλλοι είχαν έρθει με χίλια ζόρια και με περιεργάζονταν. Άρχισα να μιλάω.«Δεν είναι αυτό που νομίζεις φίλε. Δεν είμαι διαρρήκτης. Πρέπει να με πιστέψεις. Και συγνώμη για το σκυλί σου, δεν το έκανα για να το βασανίσω, αλλά επειδή γάβγιζε και θα με έπιαναν οι μπάτσοι…»
Έξι ζευγάρια μάτια άνοιξαν διάπλατα μόλις ακούστηκε η μαγική λέξη. Ο Μάκης ήταν σκυθρωπός και προφανώς εκνευρισμένος.«Τι μου λες τώρα, τι μαλακίες είναι αυτές; Θα σε γαμήσω ρε πούστη που μπήκες σπίτι μου και πείραξες το σκυλί μου.»
«Άκουσε με πρώτα, και μετά κάνε ό,τι θες. Έχω κουραστεί σήμερα. Είναι η χειρότερη μέρα της ζωής μου.»Ένας ρασταφαράς μου πάσαρε ένα τεράστιο τσιγαριλίκι να πιω ,ενώ ήμουν ακόμα κολλημένος στο πάτωμα κάτω από έναν θυμωμένο Μάκη.«Πιες να χαλαρώσεις και πες τα μ